'φανίζω

ἀφανίζω , ἀφανίζω
make unseen
pres subj act 1st sg
ἀφανίζω , ἀφανίζω
make unseen
pres ind act 1st sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • φανίζω — Α πιθ. δημοσιεύω. [ΕΤΥΜΟΛ. < θ. φᾰν τού φαίνω*, κατά τα ρ. σε ίζω] …   Dictionary of Greek

  • κακοφανίζω — 1. κάνω κάτι να φανεί σε κάποιον κακό, κακοκαρδίζω 2. (συν. η μτχ.) κακοφανισμένος, η, ο δυσαρεστημένος, κακοκαρδισμένος. [ΕΤΥΜΟΛ. < κακ(ο) * + θ. φαν , πρβλ. ἐ φάν ην τού φαίνομαι, κατά τα σε ίζω (πρβλ. α φανίζω, εμ φανίζω)] …   Dictionary of Greek

  • FENESTRA — ex Graeco φαινίςτρα, quod a verbo φανίζω; antiquis Fenestra et Festra, ex Graeco φαίςτρα itidem, quod a φαιςτὸς, perspicuus, lucidus: illuminandae domui inservit. Quo fine decorabantur olim ex speculari lapide, aut vitro in tenues laminas fuso,… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • φανιστής — ο, Ν [φανίζω] 1. αυτός που εμφανίζει κάτι κρυφό ή άδηλο, ο φανερωτής 2. (κυρίως) προσωνυμία τού Αγίου Ιωάννου τού Προδρόμου, επειδή, κατά τη λαϊκή αντίληψη, αποκαλύπτει το μέλλον μέσω τής μαντείας τού κλήδονα …   Dictionary of Greek

  • διαφανισθῇ — διά ἀφανίζω make unseen aor subj pass 3rd sg διά φανίζω aor subj pass 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παραφανισθείσης — παρά ἀφανίζω make unseen aor part pass fem gen sg (attic epic ionic) παρά φανίζω aor part pass fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παραφανισθήσεται — παρά ἀφανίζω make unseen fut ind pass 3rd sg παρά φανίζω fut ind pass 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παραφανίζειν — παρά ἀφανίζω make unseen pres inf act (attic epic) παρά φανίζω pres inf act (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παραφανίζωμεν — παρά ἀφανίζω make unseen pres subj act 1st pl παρά φανίζω pres subj act 1st pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀποφανισθέντες — ἀπό φανίζω aor part pass masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.